“Αστεία μακάβρια” απ’ το “Κεφαλονίτικο Ημερολόγιο του 1973”
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΩΣ, η αναδημοσίευση μερική ή ολική, στους μή έχοντες εγγράφως άδεια από το LIXOURI.GR και την αρθρογράφο !
Ανοίγοντας το “κεφαλονίτικο ημερόλογιο 1973 – Ιστορία, λαογραφία και μπόλικα Γέλια!”, που εκδόθηκε από το Περιοδικόν “Ο φανός της Κεφαλονιάς” από τον Σπυροχριστόφορο Βουτσινά, γνωστό ως Χρήστο Βουνά. το έτος 1972 από τις Εκδόσεις Μεταξά-Μητρόπουλου, δεν μπορείς να μην χαμογελάσεις με τις αφηγήσεις, τα γνωμικά, τις κατάρες, τα αυθεντικά λαογραφικά στοιχεία.
Ξεφυλλίζοντας και φτάνοντας στην σελίδα 45, “πέσαμε” στο ακόλουθο…
“Αστεία μακάβρια”
“-Και τι δεν κάνουνε οι Κεφαλονίτες για να γελάσουνε!”
Μας ετόνισε ένα βράδυ στην παρέα μας ένας περίφημος ανεκδοτολόγος και χιουμορίστας Ληξουριώτης παπάς.
Και μας αφηγήθηκε πάμπολλες Κεφαλονίτικες… διαολιές, κάνοντας βέβαια κι’ευλαβικά το Σταυρό του, που δεν μπορεί να τις συλλάβη κι’ η πιό σατανική φαντασία.
Και διαρκώς σταυροκοπούμενος, ο πραγματικά ενάρετος αλησμόνητος Ληξουριώτης παπάς, μας αφηγήθηκε φάρσες απίθανες, από τις οποίες ουδέποτε θα ξεχάσω τις παρακάτω:
-Ένας, λέει, για να γελάση, φόρεσε μιά νύχτα ένα άσπρο σεντόνι από το κεφάλι του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα της μάνας του, να της παραστήση το φάντασμα. Και για να γελάση κι’ εκείνη!… Κατά δε τη βεβαίωση του γιατρού, η γριά άντεξε στου γυιού της τ’αστείο γιατί είχε γερή την καρδιά της. Αλλιώτικα θα πάθαινε συγκοπή, με τ’αθώο αστείο του καμαρωμένου μοναχογιού της!…
Αλλά εκείνο που μας προκάλεσε αθέλητα και τα γέλια, ήταν το άλλο, το ιερόσυλο και μακάβριο της αφηγήσεως του παπά μας:
-Είχαν πάει σ’ένα μοναστήρι μια Κυριακή κάμποσοι εκδρομείς για να περάσουν τη μέρα τους θεόπρεπα και ενάρετα. Αλλά δυό-τρείς από δαύτους δεν μπορούσαν να κοιμηθούνε το μεσημέρι. και βάλανε σε δούλεψη τα διαολικά τους κεφάλια να βρούνε κάτι να σκαρώσουνε για να γελάσουνε.
Και ξανακάνοντας το σταυρό του ο ευλαβικός μας παπάς, μας είπε τα παρακάτω ιερόσυλα και μακάβρια.
-Κι όπου λέτε για να… γελάσουνε, πήγανε στο νεκροταφείο του μοναστηριού. Όπου αλλάξανε στα μνήματα των ενταφιασμένων καλογήρων τις επιτάφιες πλάκες.
Και κατάληξε ο αξέχαστος εκείνος λευϊτης:
-Κι αν, αγαπητοί μου, δεν έπαιρνα χαμπάρι την αλλαγή, θα πηγαίναμε να διαβάζαμε μνημόσυνα στον τάφο του αδελφού Παμφίλιου κι’ από κάτω θα βρισκότανε ο Παφνούτιος. και κάτω από την πλάκα του Παφνούτιου, θα υπήρχανε τα κόκκαλα του Παμφίλιου!…
οι δε ακούσαντες σταυροκοπηθήκαμε, ενώ συγχρόνως κοντέψαμε να λιποθυμήσουμε από τα γέλια!”

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου